Με αφορμή τα ερωτήματα που κατά καιρούς έχουν τεθεί για την προέλευση της ονομασίας του οικισμού Σαγκρί στη Νάξο, ο κ. Λεωνίδας Μαγκανάρης προχώρησε σε μια τεκμηριωμένη ανάρτηση, παρουσιάζοντας την ιστορική πορεία της Μονής Τιμίου Σταυρού και τη σημασία της μέσα στον χρόνο.
Αναλυτικά, η εμπεριστατωμένη τοποθέτηση μέσω των social media του κου Λεωνίδα Μαγκανάρη με τίτλο “Η Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Σαγκρί Νάξου: Από τη Μοναστική Ζωή στη Σύγχρονη Πολιτιστική Χρήση” αναφέρει:
Με αφορμή ερωτήματα που διατυπώθηκαν αναφορικά με την προέλευση της ονομασίας του οικισμού Σαγκρί στη Νάξο, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα αποτελέσματα μίας σύντομης έρευνας που πραγματοποίησα επί του θέματος. Η παρούσα αναφορά επιχειρεί να συγκεντρώσει και να συνοψίσει τις κυριότερες ερμηνείες και ιστορικές εκδοχές που έχουν διατυπωθεί στη βιβλιογραφία, με στόχο να συμβάλει σε μια πιο τεκμηριωμένη κατανόηση του ζητήματος.
Η Μονή Τιμίου Σταυρού στο Σαγκρί Νάξου αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα πυργόσχημων μονών του Αιγαίου. Η ιστορία της, που εκτείνεται από τον 17ο αιώνα μέχρι σήμερα, αναδεικνύει την αλληλεπίδραση θρησκείας, κοινωνίας και πολιτείας, ενώ παράλληλα εγγράφεται στη μνήμη του νησιού ως τόπος λατρείας, άμυνας και πολιτιστικής δραστηριότητας.
Ιστορικό Πλαίσιο
Σύμφωνα με τον Bilis (2015), η Μονή ιδρύθηκε γύρω στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, σε μια εποχή πειρατικών επιδρομών και κοινωνικής ανασφάλειας. Ο οχυρωματικός χαρακτήρας της μαρτυρά τον διπλό της ρόλο: χώρο λατρείας και ταυτόχρονα καταφυγίου. Το μοναστήρι απέκτησε πατριαρχικά σιγγίλια (π.χ. του Πατριάρχη Ιωαννικίου το 1646) που επιβεβαίωναν την σταυροπηγιακή του υπόσταση.
Μετά την Επανάσταση, το 1833, με το βασιλικό διάταγμα περί κατάργησης μονών, η περιουσία της δημεύτηκε και εντάχθηκε στο δημόσιο ταμείο (Bilis, 2015). Το 1834, μεταβιβάστηκε στην κυριότητα του νέου ελληνικού κράτους, ενώ το 1898 πωλήθηκε σε ιδιώτες (οικογένεια Μπαζαίου), γεγονός που σηματοδοτεί την ιδιοκτησιακή μεταβολή του χώρου (Λαμπρινός, 2010).
Το Διάταγμα του 1833
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1833 εκδόθηκε το περίφημο βασιλικό διάταγμα με το οποίο καταργούνταν όλα τα μοναστήρια με λιγότερους από έξι μοναχούς.
Τα περιουσιακά τους στοιχεία:
• δημεύονταν από το κράτος,
• εντάσσονταν στο «Εθνικό Ταμείο»,
• και χρησιμοποιούνταν για την ενίσχυση της δημόσιας οικονομίας, την εκπαίδευση και τον στρατό (Κιτρομηλίδης, 2009).
Η Μονή Τιμίου Σταυρού στο Σαγκρί εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία, καθώς ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε εγκαταλειφθεί από τους μοναχούς (Bilis, 2015).
Πολιτικοί και Ιδεολογικοί Λόγοι
1. Εκκοσμίκευση: το νέο κράτος ήθελε να περιορίσει την επιρροή της Εκκλησίας.
2. Οικονομική ανάγκη: το δημόσιο ταμείο είχε ελλείψεις και η εκκλησιαστική περιουσία ήταν πηγή εσόδων.
3. Δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα: οι Βαυαροί συμβούλοι εφάρμοσαν πολιτική παρόμοια με αυτήν που είχε εφαρμοστεί στη Βαυαρία το 1803 (Sekulidis, 1995).
4. Έλεγχος της Εκκλησίας: το κράτος ήθελε μια Εκκλησία υποταγμένη στον βασιλιά – και το 1833 ιδρύθηκε η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ειδικά για τη Μονή Τιμίου Σταυρού
Η Μονή, εγκαταλελειμμένη, με μικρό αριθμό μοναχών και ήδη σε παρακμή, αποτέλεσε εύκολο στόχο για τη δημευτική πολιτική. Έτσι, η περιουσία της εντάχθηκε στο δημόσιο ταμείο, και το 1898 πουλήθηκε σε ιδιώτες, οδηγώντας τελικά στην ιδιοκτησία της οικογένειας Μπαζαίου (Bilis, 2015).
Το Βαυαρικό Πρότυπο του 1803 (Säkularisation)
Στη Βαυαρία, το 1803, εκδόθηκε η Reichsdeputationshauptschluss (Κεντρική Πράξη της Αυτοκρατορικής Αντιπροσωπείας), η οποία:
• Διέλυσε εκατοντάδες μοναστήρια με λιγοστούς μοναχούς.
• Μετέφερε την περιουσία τους (γη, κτίρια, έργα τέχνης) στο κράτος.
• Χρησιμοποίησε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία για να χρηματοδοτήσει τη διοίκηση, τον στρατό και την εκπαίδευση.
• Επέτρεψε μόνο λίγα μεγάλα μοναστήρια με εκπαιδευτικό ή φιλανθρωπικό ρόλο να συνεχίσουν τη λειτουργία τους (Sekulidis, 1995).
Ουσιαστικά, επρόκειτο για μια κοσμική “εθνικοποίηση” της εκκλησιαστικής περιουσίας, που σήμαινε:
• μείωση της πολιτικής και οικονομικής ισχύος της Εκκλησίας,
• ενίσχυση του συγκεντρωτικού κράτους,
• και προσαρμογή στις ιδέες του Διαφωτισμού και του εκκοσμικευμένου κράτους.
Η Εφαρμογή στην Ελλάδα (1833)
Οι Βαυαροί της Αντιβασιλείας (ιδιαίτερα ο Georg Ludwig von Maurer) θεώρησαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να εκσυγχρονιστεί κατά τα ίδια πρότυπα. Έτσι:
• Έκλεισαν όλα τα μοναστήρια με κάτω από 6 μοναχούς (πάνω από 400 μονές συνολικά).
• Δημεύτηκε η ακίνητη περιουσία τους και εντάχθηκε στο Εθνικό Ταμείο.
• Μόνο λίγες “μεγάλες” μονές διασώθηκαν (όπως η Μονή Πεντέλης, η Μονή Μεγάλου Σπηλαίου κ.ά.), κυρίως λόγω φιλανθρωπικού ή εθνικού ρόλου (π.χ. κρυφό σχολειό, στήριξη Αγώνα).
Η πολιτική αυτή προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις από τον κλήρο και τον λαό, καθώς θεωρήθηκε αφαίρεση ιερής περιουσίας και παρέμβαση στην εκκλησιαστική αυτονομία (Λαμπρινός, 2010).
Γιατί οι Βαυαροί το εφάρμοσαν;
1. Για να περιορίσουν την ισχύ της Εκκλησίας και να δημιουργήσουν μια εθνική, κρατικά ελεγχόμενη Εκκλησία.
2. Για να εξασφαλίσουν οικονομικούς πόρους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.
3. Για να επιβάλουν τις ιδέες του Διαφωτισμού: το κράτος πάνω από την Εκκλησία, η θρησκεία στον ιδιωτικό χώρο.
4. Για να εφαρμόσουν μια πολιτική «εκσυγχρονισμού» που θεωρούσαν απαραίτητη για να μοιάσει η Ελλάδα στις προηγμένες ευρωπαϊκές μοναρχίες.
Μετά την Πτώση του Οθωνα
1. Οικονομική αναγκαιότητα
Η Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν ένα φτωχό κράτος με χρέη προς τις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία).
• Τα έσοδα από τη δήμευση των μοναστηριακών περιουσιών είχαν ήδη ενταχθεί στο Εθνικό Ταμείο.
• Η επαναφορά τους στην Εκκλησία θα σήμαινε τεράστια οικονομική απώλεια.
Έτσι, οι επόμενες κυβερνήσεις (Κουμουνδούρου, Τρικούπης κ.ά.) δεν τόλμησαν να ανατρέψουν το καθεστώς (Λαμπρινός, 2010).
2. Σταδιακή εκκοσμίκευση της πολιτικής
Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα, η Εκκλησία της Ελλάδος είχε ήδη ανακηρυχθεί Αυτοκέφαλη (1833) και λειτουργούσε υπό κρατικό έλεγχο.
• Το κράτος είχε πλέον ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, και το «μοίρασμα» της μοναστηριακής περιουσίας θεωρήθηκε μη αναστρέψιμο.
• Οι πολιτικές ηγεσίες είχαν συμφέρον να διατηρήσουν τον έλεγχο της εκκλησιαστικής περιουσίας αντί να την επιστρέψουν.
3. Νομική ισχύς των βασιλικών διαταγμάτων
Τα διατάγματα του 1833 είχαν αποκτήσει τη μορφή νόμου του κράτους.
• Για να ακυρωθούν, θα χρειαζόταν νέα νομοθετική πράξη.
• Ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ τέτοια πολιτική βούληση.
• Αντίθετα, οι κυβερνήσεις επέκτειναν και ενίσχυσαν το ισχύον καθεστώς, χρησιμοποιώντας την εκκλησιαστική περιουσία για δημόσιες ανάγκες (Κιτρομηλίδης, 2009).
4. Κοινωνικο-πολιτικές ισορροπίες
Η κοινωνία είχε ήδη προσαρμοστεί:
• Οι μικρές μονές είχαν κλείσει, οι μοναχοί είχαν μετακινηθεί σε μεγαλύτερες μονές.
• Η γη και οι περιουσίες είχαν μοιραστεί σε ιδιώτες ή στο Δημόσιο.
• Μια «ανατροπή» θα δημιουργούσε χάος, διεκδικήσεις, και ενδεχομένως πολιτικές συγκρούσεις.
5. Τοπικές αντιστάσεις και εξαιρέσεις
Παρά την κατάργηση, κάποιες μονές επέζησαν χάρη στην ιστορική ή εθνική σημασία τους (π.χ. Μεγάλο Σπήλαιο, Πεντέλη, Οσίου Λουκά).
Αυτό έγινε όχι με ακύρωση του νόμου, αλλά με εξαιρέσεις και παρατάσεις λειτουργίας.
6. Η Μονή Τιμίου Σταυρού Σαγκρί ως Παράδειγμα
Η Μονή Σαγκρί, ήδη εγκαταλελειμμένη στις αρχές του 19ου αιώνα, δεν είχε πολιτικό ή κοινωνικό έρεισμα για να ζητήσει εξαίρεση.
Έτσι, παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους, και αργότερα (1898) πωλήθηκε σε ιδιώτες – εξέλιξη που αποδεικνύει ότι το καθεστώς του 1833 είχε γίνει οριστικό και μη αναστρέψιμο (Bilis, 2015).
Η θεολογική–κανονική διάσταση
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τα μοναστήρια θεωρούνται:
• ιεροί τόποι, αφιερωμένοι στον Θεό,
• υπαγόμενοι στο κανονικό δίκαιο (Κανόνες Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων),
• και επομένως δεν μπορούν, από θρησκευτική σκοπιά, να «καταργηθούν» ή να «πωληθούν» χωρίς απόφαση εκκλησιαστικής αρχής.
Δηλαδή, ακόμη κι αν το κράτος δημεύσει περιουσία, η Εκκλησία θεωρεί ότι το καθολικό (ναός) και τα κτίρια που φέρουν αγιασμό παραμένουν ιερά, ανεξάρτητα από νομικές μεταβιβάσεις (Σταμούλης, 2014).
Σταυροπηγιακές Μονές
Ορισμένες μονές, όπως και ο Τίμιος Σταυρός Σαγκρί, είχαν λάβει σταυροπηγιακό καθεστώς με Πατριαρχικά Σιγγίλια (π.χ. Ιωαννίκιος 1646, Γρηγόριος Ε΄ αρχές 19ου αι.).
• Αυτό σημαίνει ότι υπάγονταν απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και όχι στη τοπική Μητρόπολη.
• Από κανονικής πλευράς, το κράτος δεν είχε το δικαίωμα να ακυρώσει αυτό το καθεστώς, διότι είναι πράξη ανώτατης εκκλησιαστικής εξουσίας.
Γι’ αυτό η Εκκλησία της Ελλάδος θεωρεί ότι το διάταγμα του 1833 είχε χαρακτήρα πολιτειακό–οικονομικό, αλλά δεν αναιρεί την κανονική ιερότητα των μονών (Παπαδάτος, 1998).
Δικαιώματα της Εκκλησίας μετά τη δήμευση
Παρόλο που το κράτος δημεύει την περιουσία:
• η Εκκλησία διατηρεί το δικαίωμα λατρείας σε όσα καθολικά συνέχισαν να λειτουργούν,
• έχει δικαίωμα διαμαρτυρίας για την αποξήλωση ιερών αντικειμένων (π.χ. καμπάνες, σταυροί, εικόνες),
• και συνεχίζει να θεωρεί τα μοναστηριακά κτίρια ως «εκκλησιαστικούς χώρους» ακόμη και αν ανήκουν σε ιδιώτες (Σωτηρίου, 2002).
Έτσι εξηγείται γιατί, ακόμη και σε μνημεία που πέρασαν σε ιδιώτες (όπως ο «Πύργος Μπαζαίου»), η Εκκλησία υποστηρίζει ότι το καθολικό παραμένει ιερός χώρος, ανεξάρτητα από το ποιος έχει την κυριότητα των τοίχων.
Θρησκευτικό vs. Πολιτειακό Δίκαιο
• Από πλευράς κράτους: οι μονές θεωρήθηκαν οικονομικές μονάδες, και η περιουσία τους πέρασε στο Δημόσιο ή σε ιδιώτες.
• Από πλευράς Εκκλησίας: οι μονές παραμένουν κανονικά ενεργές εφόσον δεν έχει υπάρξει εκκλησιαστική απόφαση διάλυσης.
Δηλαδή, η Εκκλησία θεωρεί ότι μόνο Σύνοδος μπορεί να καταργήσει μονή, όχι ένα πολιτικό διάταγμα.
Ηθικό–Ποιμαντικό Δικαίωμα
Ακόμη και σήμερα, η Εκκλησία προβάλλει το δικαίωμα ότι:
• οι παλιές μονές, έστω κι αν είναι ιδιωτική περιουσία, πρέπει να σεβαστούν ως ιεροί χώροι,
• και ότι η λειτουργία λατρευτικών τελετών (π.χ. Θεία Λειτουργία στο καθολικό) παραμένει κανονικό δικαίωμα της τοπικής Μητρόπολης ή του Πατριαρχείου, αναλόγως του καθεστώτος.
Σύγκρουση Πολιτείας – Πατριαρχείου
Από πλευράς κράτους: το σταυροπηγιακό καθεστώς θεωρήθηκε ανενεργό, καθώς το νέο βασίλειο έθεσε όλες τις εκκλησίες υπό την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος (1833).
Από πλευράς Πατριαρχείου: δεν αναγνώρισε ποτέ το δικαίωμα του κράτους να καταργεί Σταυροπηγιακές μονές.
Γι’ αυτό υπάρχει μέχρι σήμερα ένα κανονικό–ηθικό επιχείρημα ότι μοναστήρια όπως ο Τίμιος Σταυρός Σαγκρί δεν έπαψαν ποτέ να είναι κανονικά ενεργά· απλώς τέθηκαν υπό κοσμική δήμευση.
Σύγχρονη Σημασία
Η συζήτηση γύρω από τη Μονή Τιμίου Σταυρού αφορά:
• το δικαίωμα μνήμης και λατρείας που διατηρεί η Εκκλησία,
• τη θεσμική παρακαταθήκη των Σιγγίλιων,
• και το ερώτημα αν η πολιτεία οφείλει να σεβαστεί τον κανονικό χαρακτήρα των Σταυροπηγιακών μονών, ακόμη κι αν βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια.
Η περίπτωση της Μονής του Τιμίου Σταυρού αναδεικνύει το διαχρονικό ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στη μνήμη, την παράδοση και την ιστορική συνέχεια. Το μνημείο δεν λειτουργεί μόνο ως υλικό κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά και ως «φορέας νοήματος» που καλεί κάθε εποχή να το ερμηνεύσει εκ νέου (Assmann, 2011). Η διατήρηση του αρχιτεκτονικού κελύφους αποτελεί μεν απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά δεν είναι επαρκής χωρίς την καλλιέργεια μιας συλλογικής συνείδησης που αναγνωρίζει την αξία του ως ζωντανού σημείου αναφοράς.
Η φιλοσοφία της μνήμης υπενθυμίζει ότι τα μνημεία ενσαρκώνουν την ένταση ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο (Ricoeur, 2004). Η Μονή του Τιμίου Σταυρού, ως υλικός φορέας πνευματικής παράδοσης, μπορεί να ιδωθεί όχι απλώς ως αντικείμενο συντήρησης αλλά ως πεδίο διαλόγου ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Στη βάση αυτή, η πραγματική πρόκληση για την τοπική κοινωνία και τους φορείς πολιτιστικής πολιτικής είναι να εναρμονίσουν την ανάγκη προστασίας της ιστορικής ταυτότητας με τις σύγχρονες κοινωνικές και πολιτισμικές δυναμικές.
Εν τέλει, το μνημείο μας καλεί να αναστοχαστούμε πάνω στη δική μας θέση μέσα στον χρόνο: πώς μπορούμε να τιμήσουμε το παρελθόν, χωρίς να το μουμιοποιούμε, και πώς μπορούμε να εμπνευστούμε από αυτό, χωρίς να το εκμεταλλευόμαστε εργαλειακά. Η Μονή, ως σημείο τομής παράδοσης και νεωτερικότητας, μπορεί να αποτελέσει υπόδειγμα αυτής της ισορροπίας.
Βιβλιογραφία
Aslanidis, K. (2010). Constantinopolitan features in the Middle-Byzantine church architecture of Naxos. In Architecture of Byzantium and Kievan Rus from the 9th to the 12th centuries (Transactions of the State Hermitage Museum, LII, pp. 21–34). Saint Petersburg.
Assmann, J. (2011). Cultural Memory and Early Civilization: Writing, Remembrance, and Political Imagination. Cambridge University Press.
Bilis, T. (2015). The Monastery of the True Cross in Naxos. Academia.edu.
Georgiou, A. (2017). Πολιτιστική αναβίωση και ιστορική μνήμη: Θρησκευτικά μνημεία ως χώροι σύγχρονων φεστιβάλ. Σύγχρονα Θέματα Πολιτιστικής Διαχείρισης, 15(2), 45–59.
Gastín, E. (2012). Τα Πυργομονάστηρα της Νάξου και ο κοινωνικός τους ρόλος. Αθήνα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Kitromilidis, P. (2009). Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Lambrinos, D. (2010). Το νομικό καθεστώς των εκκλησιαστικών περιουσιών μετά το 1833. Δελτίο Ιστορίας του Δικαίου, 7, 101–123.
Papadatos, G. (1998). Σταυροπηγιακά Μοναστήρια και το Κανονικό τους Καθεστώς. Αθήνα: Ίδρυμα Βυζαντινών Σπουδών.
Ricoeur, P. (2004). Memory, History, Forgetting. University of Chicago Press.
Sekulidis, G. (1995). Die Säkularisation in Bayern 1803 und ihre Nachwirkungen. München: Beck.
Sotiropoulou, Ch. (2002). Το Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αθήνα: Εκδ. Γρηγόρη.
Stamoulis, I. (2014). Θεολογία και Ιερός Χώρος: Η κανονική υπόσταση των Μονών. Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ.
#Naxos #Sagri #ΜονήΤιμίουΣταυρού #ΕκκλησιαστικήΙστορία #ΠολιτιστικήΚληρονομιά #ByzantineHeritage #CycladesHistory #CulturalMemory #ΝάξοςΙστορία